Ο όρος λιμπρέτο χρησιμοποιείται αυτούσιος στην ελληνική ως δάνειο από την ιταλική (υποκοριστικό της λέξης "libro": «βιβλιάριο», «βιβλιαράκι»). Λιμπρέτα τυπώνονταν ήδη από τις απαρχές της όπερας (το λιμπρέτο της όπερας Δάφνη [Dafne], 1600). Μέσα σε διάστημα τριών αιώνων τα λιμπρέτα μετατράπηκαν σταδιακά από θεατρικό εφήμερο σε εμβληματική έκδοση μιας μουσικοθεατρικής παράστασης. Αρχικά εξυπηρετούσαν τη δυνατότητα παρακολούθησης της πλοκής του έργου, ενώ προοδευτικά προστέθηκαν, πλέον της τοποχρονολογίας της εκάστοτε παράστασης, και στοιχεία όπως: σκηνικές οδηγίες, περιλήψεις, ενδείξεις μη μελοποιούμενων σημείων, ονόματα τραγουδιστών/τραγουδιστριών, μουσικών, χορευτών/χορευτριών και στελεχών του θιάσου, και, από τον 20ό αιώνα, επιστημονικά συνοδευτικά κείμενα, λειτουργώντας κατ' αναλογίαν με τα θεατρικά προγράμματα. Η εκτύπωση των λιμπρέτων πραγματοποιείτο καθ' όλον τον 19ο αιώνα και έως τα μέσα του 20ού, είτε από καθιερωμένους μουσικούς εκδοτικούς οίκους –οι οποίοι συνήθως συνεργάζονταν με μητροπολιτικά ευρωπαϊκά θέατρα– είτε από κατά τόπους τυπογραφεία με αφορμή συγκεκριμένες παραστάσεις σε περιφερειακά θέατρα. Και στις δύο περιπτώσεις τα λιμπρέτα αποτελούν παραστασιακά τεκμήρια καίριας σημασίας. Ενίοτε στα λιμπρέτα εμφανίζεται, σε παράλληλη με το πρωτότυπο κείμενο στήλη, και η μετάφρασή του σε άλλη ή άλλες γλώσσες. Αυτός ο κανόνας εφαρμόζεται όταν το λιμπρέτο εκδίδεται στο πλαίσιο δισκογραφικών παραγωγών.
Πηγές έμπνευσης των λιμπρέτων υπήρξαν λογοτεχνικά έργα, νουβέλες, μυθολογία, παραμύθια, φιλοσοφικά έργα, επεισόδια της καθημερινότητας, ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα κ.ά. Ελάχιστα λιμπρέτα έχουν πρωτότυπη πλοκή. Ως διανοητικό και λογοτεχνικό δημιούργημα το λιμπρέτο επηρεάστηκε αναπόδραστα από τις διάφορες αισθητικές προτάσεις που διατυπώθηκαν κατά τους τέσσερις και πλέον αιώνες παρουσίας της όπερας και των όμορων ειδών της. Ανέδειξε, ακόμη, ένα ιδιαίτερο είδος λογοτέχνη/λογοτέχνιδος, τον/τη λιμπρετίστα. Ένα ζήτημα που συχνά ετίθετο, ιδίως σε παλαιότερες εποχές, όταν η επίδραση των φιλολογικών σπουδών κυριαρχούσε στις ανθρωπιστικές επιστήμες και τέχνες, ήταν εάν το λιμπρέτο έχει την ίδια αισθητική βαρύτητα με άλλα εδραιωμένα λογοτεχνικά είδη. Μάλιστα ορισμένοι/ορισμένες λογοτέχνες/λογοτέχνιδες δημιουργούσαν λιμπρέτα ως πάρεργο και εμφανίζονταν με ψευδώνυμα. Στις σύγχρονες παραστασιακές σπουδές η αντίληψη αυτή έχει ατονίσει, καθώς το λιμπρέτο νοείται ως αναπόσπαστο μέρος ενός ευρύτερου μουσικοθεατρικού έργου, στο οποίο συνδυάζονται ισοδύναμα και άλλες τέχνες (μουσική, χορός, υποκριτική, σκηνογραφία κ.λπ.).
Κύρια, αλλά όχι αποκλειστική, μέριμνα ενός λιμπρέτου είναι να παρουσιάσει περιεκτικά (και ολιγοσέλιδα) την πλοκή ή το γεγονός που λαμβάνει ως βάση, καθώς και τα ψυχογραφήματα των πρωταγωνιστών/πρωταγωνιστριών, με τρόπο ώστε αυτά να δημιουργήσουν δραματικές κορυφώσεις που θα αποτελέσουν πεδία μουσικής δημιουργίας και σκηνικής έντασης. Ήδη από τις πρώιμες όπερες το συνεχές απαγγελτικό ύφος (ρετσιτατίβο) θεωρήθηκε στατικό και η εναλλαγή με άριες και άλλα φωνητικά είδη γινόταν ευμενώς δεκτή. Ωστόσο, υπήρχε και η αντίθετη προσέγγιση από οπαδούς της απρόσκοπτης δραματικής ροής, εντείνοντας τη διαμάχη αν σε ένα λιμπρέτο κύριο βάρος θα έχει η μουσική ή ο λόγος. Το ζήτημα βρήκε την πρακτικότερη απάντησή του στις προσεγγίσεις του Richard Wagner [Ρίχαρντ Βάγκνερ], ο οποίος εφάρμοσε στα ώριμα έργα του μια συνεχώς εξελισσόμενη μουσική και λεκτική ροή. Παράλληλα, και ακολουθώντας τις εκάστοτε επιταγές, συνέχισε να υφίσταται και η προηγούμενη δομική διάταξη των λιμπρέτων, όπου άριες, ντουέτα και σύνολα εξέφραζαν τα συναισθήματα των δραματικών ηρώων/ηρωίδων. Τις προτάσεις του Wagner διεύρυναν περαιτέρω στον 20ό αιώνα μετέπειτα συνθέτες/συνθέτριες, οι οποίοι/οποίες χρησιμοποίησαν αυτούσια λογοτεχνικά έργα ως λιμπρέτα χωρίς την παρέμβαση λιμπρετίστα (λογοτεχνική όπερα [Literaturοper]).
Σχετικά με τη συνεργασία λιμπρετιστών με συνθέτες, αξίζει να σημειωθεί ότι λιμπρέτα του Pietro Metastasio [Πιέτρο Μεταστάζιο/Μεταστάσιος] χρησιμοποιήθηκαν από δεκάδες μουσουργούς του 18ου αιώνα. Συνθέτες συνεργάζονταν συστηματικά με συγκεκριμένους λιμπρετίστες, ενώ άλλοι συνθέτες έγραψαν τα δικά τους λιμπρέτα. Τέλος, εξωγενείς παράγοντες που έχουν κατά καιρούς επηρεάσει τη δημιουργία των λιμπρέτων είναι η λογοκρισία, οι πρακτικές συνθήκες των παραγωγών, καθώς και οι εκάστοτε επιχειρηματικές προτεραιότητες.
Το πρώτο λιμπρέτο σε ελληνική γλώσσα τυπώθηκε στην Κέρκυρα το 1867 (Ο Υποψήφιος του Ιωάννη Ρινόπουλου για την ομότιτλη όπερα του Σπυρίδωνος Ξύνδα) και ακολούθησαν πολλά είτε με μεταφράσεις έργων ρεπερτορίου είτε με πρωτότυπα έργα Ελλήνων πεζογράφων και ποιητών/ποιητριών.